«Η μεταθανάτια κατασκευή του σπουδαίου ή Για ένα καλλιτεχνικό πεδίο που αφανίζει τους σημαντικούς εν ζωή και τους αποθεώνει όταν πλέον δεν μπορεί να τους ακούσει.»
Ο θάνατος του Νίκου Καλογερόπουλου επιβάλλει, σχεδόν αμείλικτα, μια πολύ δυσκολότερη συζήτηση για μία από τις πιο εδραιωμένες και συγχρόνως περισσότερο αποσιωπημένες έξεις του ελληνικού καλλιτεχνικού πεδίου: την εκπληκτική του ικανότητα να αποσύρει από την ενεργό ορατότητα σημαντικούς δημιουργούς όσο ακόμη ζουν και να ανακαλύπτει εκ νέου το μέγεθός τους όταν ο θάνατος έχει καταστήσει την αναγνώριση ακίνδυνη, ανέξοδη και τελεσίδικη.
Πρόκειται για μια ιδιότυπη οικονομία συμβολικής εξουσίας, η οποία σπανίως χρειάζεται να απαγορεύσει ή να απορρίψει ρητά.
Αρκεί να αφαιρέσει σταδιακά την παρουσία.
Να μη σε καλέσει.
Να μη σε συμπεριλάβει.
Να μη σου αναθέσει.
Να μη σε ρωτήσει.
Να μη σε θεωρήσει πλέον συνομιλητή του παρόντος.
Και κάποτε, χωρίς καμία επίσημη πράξη αποκλεισμού, να σε έχει ήδη μεταφέρει από την περιοχή της ενεργού δημιουργίας στην επικράτεια ενός ένδοξου παρελθόντος, ενώ εσύ εξακολουθείς να ζεις, να εργάζεσαι, να σκέφτεσαι, να επιθυμείς και να μπορείς.
Αυτό δεν είναι απλώς λήθη. Η λήθη διατηρεί ακόμη το ελαφρυντικό της ακούσιας απώλειας. Εδώ πρόκειται για έναν πολύ πιο σύνθετο μηχανισμό παραγωγής αορατότητας. Κάθε πολιτιστικό πεδίο κατανέμει κύρος, νομιμοποίηση, δυνατότητα και πρόσβαση, αποφασίζοντας όχι μόνο ποιος αξίζει να φαίνεται αλλά, εμμέσως, ποιος μπορεί να πάψει να φαίνεται χωρίς η απουσία του να δημιουργήσει πρόβλημα. Η κατασκευή του εκάστοτε «νέου» απαιτεί έτσι συχνά την επιταχυνόμενη παλαίωση εκείνου που προηγήθηκε. Δεν αρκεί να αναδειχθεί μια νέα γενιά. Πρέπει η προηγούμενη να μετακινηθεί εγκαίρως προς την ιστορία. Δεν αρκεί να κατασκευαστούν καινούργιες αυθεντίες. Πρέπει οι παλαιότερες να απολέσουν σταδιακά το δικαίωμα της συγχρονικότητας. Και κάπως έτσι ένας σημαντικός καλλιτέχνης μπορεί να μετατραπεί σε «παλαιό» πολύ πριν πάψει να είναι δημιουργικός, απλώς επειδή η διάρκεια της παρουσίας του δυσκολεύει ένα σύστημα που έχει μάθει να αντιλαμβάνεται την ανανέωση ως διαδοχική αντικατάσταση προσώπων.
Η πλέον αποτελεσματική μορφή πολιτιστικού αποκλεισμού δεν είναι άλλωστε η επίθεση. Η επίθεση αναγνωρίζει ακόμη το αντικείμενό της ως άξιο αντιπαράθεσης. Πολύ αποτελεσματικότερη είναι η σιωπηλή αφαίρεση της δυνατότητας να λογίζεσαι ως παρών. Δεν χρειάζεται κανείς να ανακοινώσει σε έναν ηθοποιό, έναν σκηνοθέτη, έναν συγγραφέα ή έναν μουσικό ότι η εποχή του τελείωσε. Θα το πληροφορηθεί από τις προσκλήσεις που δεν θα έρθουν, από τις αναθέσεις που θα κατευθυνθούν σταθερά αλλού, από τις κρατικές σκηνές που δεν θα τον χρειάζονται, από τα φεστιβάλ που θα τον θεωρούν ξαφνικά ασύμβατο με το «σύγχρονο», από τις επιτροπές που θα συγκροτούνται πάντοτε χωρίς αυτόν, από τις συζητήσεις για την τέχνη στις οποίες το έργο του θα αντιμετωπίζεται πλέον ως τεκμήριο μιας περασμένης περιόδου. Η πολιτιστική εξουσία έχει τελειοποιήσει μια εξαιρετικά πολιτισμένη μορφή εξορίας. Δεν διώχνει κανέναν. Απλώς οργανώνει τον χώρο με τέτοιο τρόπο ώστε ορισμένοι να μην έχουν πια πού να σταθούν.
Στην ελληνική εκδοχή του, ο μηχανισμός αυτός αποκτά ακόμη μεγαλύτερη ένταση επειδή η πολιτιστική ζωή παραμένει σε αξιοσημείωτο βαθμό οργανωμένη γύρω από περιορισμένα και συχνά αλληλοεπικαλυπτόμενα δίκτυα αναγνώρισης. Καλλιτεχνικές διευθύνσεις, επιτροπές, επιχορηγήσεις, κρατικές και δημοτικές σκηνές, φεστιβάλ, μέσα ενημέρωσης, πανεπιστημιακές και κριτικές νομιμοποιήσεις, προσωπικές σχέσεις και επαναλαμβανόμενοι κύκλοι προσώπων συγκροτούν μια πυκνή γεωγραφία ισχύος, μέσα στην οποία η αξία ενός έργου δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με τη δυνατότητα του δημιουργού του να παραμένει ορατός. Το ποιος προσκαλείται, ποιος χρηματοδοτείται, ποιος επανέρχεται, ποιος χαρακτηρίζεται «επίκαιρος», ποιος αναγορεύεται σε εκπρόσωπο του καινούργιου και ποιος παραδίδεται πρόωρα στην ιστορία δεν αποτελούν φυσικά φαινόμενα. Είναι πράξεις κατανομής συμβολικού κεφαλαίου. Και κάθε τέτοια κατανομή δεν κατασκευάζει μόνο εκείνους που βρίσκονται στο κέντρο. Κατασκευάζει ταυτόχρονα και την περιφέρεια που καθιστά το κέντρο δυνατό.
Γι’ αυτό ο ώριμος και ήδη καταξιωμένος δημιουργός αποτελεί συχνά πρόβλημα. Ο νέος είναι διαχειρίσιμος ως υπόσχεση. Μπορεί να «ανακαλυφθεί», να παρουσιαστεί, να χριστεί, να ενσωματωθεί στην αφήγηση μιας νέας εποχής. Ο νεκρός είναι ακόμη ευκολότερος. Μπορεί να μετατραπεί σε κληρονομιά, σε επέτειο, σε αφιέρωμα, σε ασφαλές αντικείμενο θαυμασμού. Ο ζωντανός όμως δημιουργός που έχει ήδη αποκτήσει διάρκεια αντιστέκεται και στις δύο λειτουργίες. Δεν μπορείς να τον ανακαλύψεις, επειδή προϋπήρχε της δικής σου εξουσίας να τον ανακαλύψεις. Δεν μπορείς ακόμη να τον μουσειοποιήσεις, επειδή εξακολουθεί να βρίσκεται απέναντί σου. Έχει γνώμη, κρίση, αποτυχίες, απαιτήσεις, αισθητικές εμμονές, συγκρούσεις, προηγούμενα. Έχει κυρίως τη δυσάρεστη ιδιότητα να θυμάται. Να θυμάται ποιος ήταν πριν από εσένα, τι δημιουργήθηκε πριν από εσένα και ότι η ιστορία της τέχνης δεν αρχίζει με τη δική σου άφιξη στη θέση από την οποία προσωρινά τη διαχειρίζεσαι.
Η διάρκεια, επομένως, γίνεται σχεδόν πράξη αντίστασης απέναντι σε ένα πολιτιστικό σύστημα εθισμένο στην αντικατάσταση. Ένας δημιουργός που επιμένει να παραμένει ενεργός μετά την περίοδο κατά την οποία το πεδίο είχε αποφασίσει να τον κατατάξει, διαταράσσει τις εύκολες περιοδολογήσεις του. Δεν είναι αρκετά νέος για να αποτελέσει ανακάλυψη και δεν είναι αρκετά νεκρός για να αποτελέσει κληρονομιά. Βρίσκεται σε εκείνη την άβολη ενδιάμεση κατάσταση όπου απαιτεί να αντιμετωπίζεται όχι ως κεφάλαιο της ιστορίας αλλά ως πρόσωπο του παρόντος. Και αυτό ακριβώς είναι που ένα σύστημα διαρκούς πολιτιστικής ανακύκλωσης δυσκολεύεται περισσότερο να ανεχθεί: όχι την αξία, αλλά τη διάρκειά της.
Εδώ ακριβώς αρχίζει η βαθύτερη ειρωνεία της μεταθανάτιας αποθέωσης. Ο νεκρός δημιουργός είναι ο απολύτως συμφιλιωμένος δημιουργός. Δεν ζητά πλέον ρόλο. Δεν καταθέτει πρόταση. Δεν διεκδικεί χρηματοδότηση. Δεν απαιτεί σκηνή. Δεν αντιλέγει σε επιτροπές. Δεν αμφισβητεί καλλιτεχνικούς διευθυντές. Δεν μπορεί να ρωτήσει γιατί επί χρόνια κανείς δεν του τηλεφωνούσε. Δεν μπορεί να αρνηθεί την τιμή που του απονέμεται ούτε να διορθώσει την αφήγηση που κατασκευάζεται για λογαριασμό του. Κυρίως, δεν μπορεί να φέρει σε δύσκολη θέση εκείνους που σήμερα τον αποκαλούν «τεράστιο» υπενθυμίζοντάς τους ότι χθες δεν είχαν τίποτε να του προτείνουν. Ο θάνατος επιτελεί έτσι μια παράδοξη πολιτιστική εξυγίανση. Αφαιρεί από τον δημιουργό ό,τι τον καθιστούσε ενοχλητικό, την αξίωσή του να εξακολουθεί να είναι παρών.
Και τότε αρχίζει η μεγάλη τελετουργία της αναδρομικής γενναιοδωρίας. Οι φωτογραφίες επιστρέφουν. Οι παλιές συνεντεύξεις ανασύρονται. Οι ερμηνείες επαναπροβάλλονται. Οι θεσμοί εκδίδουν ανακοινώσεις. Οι πολιτικοί δηλώνουν συγκλονισμένοι. Οι συνάδελφοι αφηγούνται ιστορίες. Τα μέσα ανακαλύπτουν ξανά τη φιλμογραφία, τις παραστάσεις, τις διακρίσεις, τις συνεργασίες. Και ένα ολόκληρο λεξιλόγιο, που μέχρι την προηγουμένη έμοιαζε υπερβολικό, γίνεται ξαφνικά αυτονόητο. «Σπουδαίος». «Εμβληματικός». «Αναντικατάστατος». «Μοναδικός». «Σφράγισε μια εποχή». «Αφήνει δυσαναπλήρωτο κενό». Ο θάνατος προκαλεί έναν ιδιότυπο πληθωρισμό επιθέτων, ακριβώς επειδή τα επίθετα δεν κοστίζουν πλέον τίποτε.
Και τότε προκύπτει η ερώτηση που κανένας επικήδειος δεν θέλει πραγματικά να ακούσει. Αν ήταν τόσο σπουδαίος σήμερα που πέθανε, πόσο σπουδαίο τον θεωρούσαμε χθες που ζούσε;
Πού ακριβώς είχε μεταφραστεί αυτή η σπουδαιότητα όσο μπορούσε ακόμη να έχει συνέπειες για τη ζωή και το έργο του;
Σε ποια μεγάλη ανάθεση;
Σε ποια κρατική σκηνή;
Σε ποια κινηματογραφική παραγωγή;
Σε ποιο φεστιβάλ;
Σε ποια αναδρομή που οργανώθηκε όχι επειδή είχε πεθάνει αλλά επειδή άξιζε να επανεξεταστεί το έργο του όσο μπορούσε ακόμη να συμμετέχει στη συζήτηση;
Σε ποια δημόσια συνομιλία για το παρόν της τέχνης;
Πότε ακριβώς εκείνος που σήμερα ανακηρύσσεται αναντικατάστατος αντιμετωπίστηκε ως αρκετά απαραίτητος ώστε να εξακολουθεί να έχει θέση μέσα στο παρόν;
Το ερώτημα δεν αφορά αποκλειστικά τον Νίκο Καλογερόπουλο και θα ήταν άδικο ο θάνατός του να χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή μιας απλουστευτικής προσωπικής αφήγησης εγκατάλειψης. Αφορά όμως απολύτως τη δομή ενός πεδίου που γνωρίζει να παράγει με εξαιρετική αποτελεσματικότητα πρόωρους αποχαιρετισμούς. Γι’ αυτό το πραγματικό αντικείμενο της συζήτησης δεν είναι τελικά οι νεκροί. Είναι οι ζωντανοί. Εκείνοι που βρίσκονται σήμερα ανάμεσά μας και έχουν ήδη αρχίσει να γίνονται αόρατοι. Σπουδαίοι ηθοποιοί χωρίς σημαντικούς ρόλους. Σκηνοθέτες που κάποτε άλλαξαν τη γλώσσα της σκηνής και τώρα αντιμετωπίζονται ως υποσημειώσεις μιας προηγούμενης περιόδου. Συγγραφείς που έπαψαν να συζητούνται χωρίς να έχουν πάψει να γράφουν. Μουσικοί που χαρακτηρίστηκαν «παλιά γενιά» ενώ εξακολουθούσαν να διαθέτουν ολόκληρο δημιουργικό χρόνο μπροστά τους. Άνθρωποι για τους οποίους τα αυριανά αφιερώματα έχουν ήδη, κατά κάποιον τρόπο, γραφτεί. Περιμένουν μόνο την ημερομηνία του θανάτου για να δημοσιευθούν.
Αυτή είναι η πραγματική πολιτιστική βαρβαρότητα. Όχι πάντοτε η καταστροφή ενός έργου, αλλά η πρόωρη αχρήστευση της παρουσίας εκείνου που μπορεί ακόμη να το παράγει. Η μετατροπή της εμπειρίας σε μειονέκτημα, της ηλικίας σε τεκμήριο αισθητικής εξάντλησης, της διάρκειας σε αμηχανία. Η πεποίθηση ότι κάθε νέα γενιά χρειάζεται, προκειμένου να υπάρξει, να εκτοπίσει την προηγούμενη. Ένας πολιτισμός όμως που δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη συνύπαρξη των γενεών του δεν ανανεώνεται. Απλώς επιταχύνει την κατανάλωση των ανθρώπων του. Και η λατρεία του καινούργιου, όταν αποσυνδέεται από τη συνέχεια, παύει να αποτελεί αισθητική τόλμη και μετατρέπεται σε τεχνολογία λήθης.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η τεράστια ασυμμετρία ανάμεσα στην τιμή προς τον νεκρό και στην εμπιστοσύνη προς τον ζωντανό. Μπορούμε να οργανώσουμε αφιερώματα, αναδρομές, ειδικές προβολές, τιμητικές βραδιές και επετειακές εκδηλώσεις όταν ο δημιουργός έχει φύγει, αλλά δυσκολευόμαστε να του εμπιστευθούμε εγκαίρως μια σκηνή, μια ταινία, μια παραγωγή, ένα έργο, έναν θεσμό. Είμαστε απλόχεροι με το συμβολικό κεφάλαιο όταν δεν μπορεί πλέον να μετατραπεί σε δυνατότητα ζωής και φειδωλοί με την πραγματική εμπιστοσύνη όταν αυτή μπορεί ακόμη να μετατραπεί σε δημιουργία. Τιμούμε, με άλλα λόγια, ευκολότερα εκείνον από τον οποίο δεν κινδυνεύουμε πια να μας ζητήσει τίποτε.
Γι’ αυτό οι νεκρολογίες μπορούν να διαβαστούν και ως αθέλητο αρχείο πολιτιστικών παραλείψεων. Όσο μεγαλώνουν τα επίθετα τόσο βαραίνει η σιωπή που προηγήθηκε. Όσο περισσότερο μιλάμε για «δυσαναπλήρωτο κενό» τόσο περισσότερο οφείλουμε να αναρωτηθούμε πότε ακριβώς δημιουργήθηκε αυτό το κενό. Την ημέρα του θανάτου ή πολλά χρόνια νωρίτερα, όταν ένας άνθρωπος άρχισε να απουσιάζει από τις σκηνές, τις οθόνες, τις συζητήσεις και τις αποφάσεις μας; Και όσο ευκολότερα αναφωνούμε ότι «έφυγε ένας από τους τελευταίους μεγάλους», τόσο περισσότερο αποκαλύπτουμε μια πολύ δυσάρεστη αλήθεια: ότι συχνά ξέρουμε πολύ καλά να αναγνωρίζουμε το μέγεθος, αρκεί να έχει προηγηθεί η εξαφάνιση του ανθρώπου που το ενσάρκωνε.
Ένας πολιτισμός, επομένως, δεν κρίνεται από την ευγλωττία των επικήδειων ανακοινώσεών του. Οι επικήδειοι είναι εύκολοι.
Οι νεκροί δεν αντιλέγουν.
Δεν αποτυγχάνουν ξανά.
Δεν θυμώνουν.
Δεν ζητούν δεύτερη ευκαιρία. Δεν απαιτούν χρηματοδότηση. Δεν καταλαμβάνουν χώρο.
Δεν επιθυμούν. Δεν ενοχλούν.
Η πραγματική πολιτιστική ωριμότητα μετριέται στην πολύ δυσκολότερη ικανότητα να αναγνωρίζουμε την αξία όσο ακόμη κατοικεί σε ένα ζωντανό σώμα, με όλες τις αντιφάσεις, τις ιδιοτροπίες, τις απαιτήσεις και τις δυσκολίες του.
Να δίνουμε χώρο όταν ο άλλος μπορεί ακόμη να τον κατοικήσει.
Να δίνουμε λόγο όταν μπορεί ακόμη να απαντήσει.
Να εμπιστευόμαστε έργο όταν μπορεί ακόμη να το δημιουργήσει.
Να αποδίδουμε τιμή όταν μπορεί ακόμη να τη δεχθεί.
Διαφορετικά, η μεταθανάτια αποθέωση δεν είναι κατ’ ανάγκην αποκατάσταση.
Μπορεί να είναι η αισθητικοποίηση μιας ενοχής.
Η ύστατη πανηγυρική χειρονομία ενός συστήματος που επιστρέφει στον δημιουργό, υπό μορφή επιθέτων, όσα του είχε αφαιρέσει υπό μορφή δυνατότητας.
Πρώτα τον αποσύρει από το παρόν και ύστερα τον εγκαθιστά θριαμβευτικά στην ιστορία. Πρώτα του αφαιρεί το δικαίωμα να είναι αναγκαίος και ύστερα διακηρύσσει ότι υπήρξε αναντικατάστατος.
Γι’ αυτό, κάθε φορά που πεθαίνει ένας καλλιτέχνης και αρχίζει η ομοφωνία των μεγάλων λέξεων, πριν από το «εμβληματικός», πριν από το «ανεπανάληπτος», πριν από το «τεράστια απώλεια», θα έπρεπε να προηγείται μία ερώτηση:
Αν ήταν τόσο σπουδαίος σήμερα που πέθανε, γιατί δεν ήταν εξίσου απαραίτητος χθες που ζούσε;
Γιατί το πρόβλημα του πολιτισμού μας δεν είναι ότι αδυνατεί να αναγνωρίσει τους μεγάλους.
Τους αναγνωρίζει.
Απλώς, πολύ συχνά, τους αναγνωρίζει όταν δεν χρειάζεται πια να τους ανεχθεί.
Και αυτή δεν είναι τιμή προς τους νεκρούς.
Views: 0

Comments are closed.