Η διευκρίνιση (θηλυκό) είναι η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διευκρινίζω, δηλαδή η παροχή σαφέστερων πληροφοριών, η αποσαφήνιση, η επεξήγηση ή η εξειδίκευση μιας έννοιας, ανακοίνωσης ή κατάστασης.
Σημαντικά Στοιχεία:
- Ορθογραφία: Γράφεται με -ι- (διευκρίνιση), καθώς παράγεται από το ρήμα διευκρινίζω. Η γραφή με -η- (διευκρίνηση) θεωρείται λανθασμένη ή αρχαιοπρεπής/λόγια.
- Χρήση: Χρησιμοποιείται για να αποφευχθεί παρεξήγηση, συχνά σε πλαίσιο εξετάσεων, οικονομικών καταστάσεων ή οδηγιών.
- Συνώνυμα: Επεξήγηση, αποσαφήνιση, διευκρίνισμα, εξήγηση, αποσαφήνιση.
- Μετάφραση:
Στα αγγλικά αποδίδεται ως clarification ή elucidation.
Παράδειγμα: “Ζητήθηκαν διευκρινίσεις για τα θέματα των εξετάσεων”.
Views: 0
Comments are closed.