ALL ΕΛΛΑΔΑ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΑΤΡΑ

Η οδός Μπουμπουλίνας και ο Φούφουτος…

Η οδός Μπουμπουλίνας και ο Φούφουτος…

του Θανάση Κούστα

στον ΝΕΟΛΟΓΟ της 30.4.2026

Η οδός Μπουμπουλίνας, βρίσκεται στην καρδιά της συνοικίας Τσιβδί, όπως ονομάζεται η περιοχή από την εποχή του Μεσαίωνα. Και ο λόγος είναι πως οι Εβραίοι που δραστηριοποιούνταν στην περιοχή, συχνά έκαναν συναλλαγές με κίβδηλα νομίσματα, δηλαδή ψεύτικα. Αυτό σημαίνει πως η γειτονιά αυτή και λόγω της άμεσης γειτνίασης με την θάλασσα, είχε ζωή και σημαντική δραστηριότητα. Σήμερα, η Μπουμπουλίνας είναι ένα ήσυχος δρόμος, με πολλά μαγαζιά κλειστά και λίγα ανοιχτά αλλά με πλούσια ιστορία. Κι έτσι αν βρεθούμε στον δρόμο αυτό την δεκαετία του 1960, περίοδος που ήταν σε μεγάλη ακμή, θα χορτάσουμε εικόνες, φωνές, περίεργους και σπάνιους ήχους, μυρωδιές ανυπόφορες αλλά και ευωδιαστές.

Στην γωνία του δρόμου αυτού με την Γούναρη ήταν το καφενείο του Καβρίκα, που άνοιγε αχάραγα για να σερβίρει τους καφέδες στους εργάτες των σωματείων Λιμένος, Προλιμένος και Ξηράς αλλά και στους Καραγωγείς που με τα διπλόκαρρα μετέφεραν τα εμπορεύματα του Τελωνείου. Το καφενείο αυτό είχε ένα μεγάλο «Καράμπαμπα» που με την μονίμως αναμμένη χόβολη και το καυτό νερό στο δοχείο με το βρυσάκι, ο Ταμπής εκτελούσε γρήγορα και με επιτυχία τις παραγγελίες.

Αριστερά στην Μπουμπουλίνας ήταν του βαρελοποιείο του Αργυρού, κοντός άλλα πολύ δυνατός κατάφερνε, μαζί με τους δύο μαθητάδες του, να κουμαντάρει τα διακοσάρια βαρέλια, με ευκολία. Όμορφες εικόνες είναι που αφού είχε αποστειρώσει το βαρέλι, μετά σε αναμμένη φουφού του δρόμου έλειωνε το κολοφώνιο που ήταν ρετσίνι σε πετρώδη μορφή. Αφού το έλειωνε, το έριχνε εσωτερικά και μετά κύλαγε το τεράστιο βαρέλι πέρα – δώθε στον δρόμο, ώστε εσωτερικά το λειωμένο κολοφώνιο εισχωρούσε στις ρωγμές κι έτσι το βαρέλι ήταν έτοιμο για να δεχτεί τον μούστο με τον ροδίτη και το μοσχούδι. Στον δρόμο πάλι με φωτιά στράβωνε τις ξύλινες δούγες, απαραίτητη τεχνική για το στήσιμο του νέου βαρελιού. Χαρακτηριστικό είναι δε πως όλες οι εργασίες γίνονταν στον δρόμο.

Δίπλα ήταν το μηχανουργείο του Ραυτογιάννη. Με ένα μεγάλο τόρνο, ψαλίδια και πρέσες, κατασκεύαζε εξαρτήματα για τις μηχανές των καϊκιών αλλά και τις μηχανές των πολλών εργοστασίων, όπως άξονες, κουζινέτα, μπιέλες… Αργότερα στο μαγαζί αυτό λειτούργησε το συνεργείο του Πολυδωρόπουλου για RENAULT και VOLVO. Στην γωνία με την Κανάρη ήταν το μαγαζί με ανταλλακτικά Γαλλικών αυτοκινήτων του Θανάση Κουργιαλή, ο οποίος άλλαζε φερμουϊτ αλλά και επισκεύαζε τους δίσκους των αμπραγιάζ.

Δεξιά μας προς την θάλασσα ήταν το πελώριο κτίριο της Προνομιούχου Ανωνύμου Εταιρείας Γενικών Αποθηκών, από την Κανάρη μέχρι την Μιαούλη, που συχνά ευωδίαζε την περιοχή με την όξινη μυρωδιά της τομαρίλας από τα τομάρια που αποθήκευαν οι ταμπάκηδες για να τα μετατρέψουν σε τίτλους αποθετηρίων και με τα αξιόγραφα να χρηματοδοτούνται. Έτσι έμεναν για μεγάλο διάστημα ειδικά μετά το Πάσχα που συγκέντρωναν πολλά κι όταν φούντωναν οι ζέστες φούντωναν και οι μυρωδιές, που μας συνόδευαν μέχρι την Ψιλή αναμεμιγμένες με τις μυρωδιές από τους Δημοτικούς στάβλους που ήταν δίπλα στην παραλία μας.

Μεταξύ Μιαούλη και Τσαμαδού ήταν οι αποθήκες του Γεωργικού Συνεταιρισμού Λάππα που ήταν γεμάτες με πατάτες και με διάχυτη μυρωδιά της χωματίλας καθώς συνήθως τις έφερναν σακαρισμένες άπλυτες με τα χώματα. Τα κάρα με τις τρείς ρόδες και μερικά τρίκυκλα μετέφεραν τα σακιά στα πολλά χοντρομπακάλικα της Αγίου Ανδρέου. Απέναντι ήταν το ξυλουργικό εργοστάσιο του Μαράτου με ειδικότητα στις ψαροκασέλες που είχαν και επώνυμα όπως «Ευαγγελίστρια», «Αγγελάκης», «Παναγία», «Αγία Κυριακή» κ.α. είχε ειδικότητα και στα ξύλινα σταφιδοκιβώτια η κασελάκια, που τότε όμως σταδιακά αποσύρονταν καθώς έμπαιναν σε χρήση τα χαρτοκιβώτια. Δίπλα στον Μαράτο ήταν το μηχανουργείο που κατασκεύαζε αντλίες «βαθέων φρεάτων» για τα αντλιοστάσια του κάμπου.

Στην Σαχτούρη ήταν και το μηχανουργείο του Ηλία Καρατζά που κατασκεύαζε αλλά και επισκεύαζε μάκινες, κοσκίνες αλλά και κοπτικές – κλιναριστικές μηχανές για σταφιδεργοστάσια. Αργότερα μετεφέρθηκε στην Σπύρου Μεταξά σε οικόπεδο με δύο όψεις και ήταν η απαρχή της εξέλιξης των γραμμών παραγωγής σταφίδας, από αυτή την επιχείρηση, καθώς ο συνεχιστής Κώστας Κατσιγιάννης, με καινοτόμες παρεμβάσεις εξέλιξε τα μηχανήματα σταφίδας μέχρι την σημερινή τους σύγχρονη μορφή που συνεχίζει με επιτυχία η εταιρεία ΤΕΜΚΕ του Χρήστου Κατσιγιάννη.

Η Σαχτούρη μετά την Μπουμπουλίνας συνεχίζει με ένα στενό δρομάκι μέχρι της Όθωνος-Αμαλίας, δίπλα στο τριώροφο σταφιδεργοστάσιο του Ραβαζούλα. Στο τμήμα του στενού πριν την Σπύρου Μεταξά ήταν ένα παλιό σπίτι με μία εξωτερική σιδερένια σκάλα που έμενε αλλά είχε και τσαγκαράδικο ο Ανδρέας Παπαζαχαρίου η Μουρλαντρέας. Μπεκρής κανονικός τα έπινε κάθε ημέρα στην υπόγεια ταβέρνα του Σπυρόπουλου στην γωνία Κανακάρη και Σαχτούρη και κατέβαινε τρεκλίζοντας μαζί με τον άλλο μπεκρή καροτσέρη Αγγελή, που καθώς πέρναγε από τα μαγαζιά, έβγαιναν τα μαστορόπουλα και τον άλειφαν με μίνιο και λουλάκι. Και αυτός, στον κόσμο του, έκανε τον τροχονόμο στην Αγίου Ανδρέου.

Η καθημερινή σωτηρία του Αγγελή ήταν η γριά Νίνα που τον περίμενε στην πόρτα και τον ξέβαφε με πετρέλαιο. Πιο πέρα ήταν και μια άλλη γριά η Λίαινα που είχε ειδικότητα στο ξεμάτιασμα των αλόγων. Παρά τις χάντρες και τα χαιμαλιά με ματόχαντρα που τους κρέμαγαν, συχνά ματιάζονταν και σωριάζονταν στο χώμα. Κι έτσι οι καροτσέρηδες τα κουβάλαγαν συχνά πάνω σε κάρα για ξεμάτιασμα από την γριά Λίαινα. Το ξεμάτιασμα γενικώς εκείνη την εποχή ήταν σε μεγάλη έξαρση και οι ξεματιάστρες για πάσα νόσο ήταν περιζήτητες. Έτσι πιο δίπλα ήταν και η γριά Κούλα που αυτή όμως ξεμάτιαζε μόνο ανθρώπους κι έτσι όλες έβγαζαν το μεροκάματο.

Στην Μπουμπουλίνας ήταν και η ταβέρνα του Φούφουτου που είχε ως πελάτες μόνιμα ψαράδες και καροτσέρηδες και για μεζέ πινιάτα, γαύρο μπρουργέτο, σκλεμπού και κακαβιά. Συχνά πελάτης και ο μάγκας-οδηγός του Δήμου, Κουμπούρας που οδηγούσε τον οδοστρωτήρα και με βοηθό τον Μπόμπολα η Μπομπόλια.

Στην γωνία με την Φράττη ήταν το φανοποιείο του Βασίλη Σινάνη και στο ίδιο χώρο είχε εργαστήριο ταπετσαρίας αυτοκινήτων ο Ποταμιάνος.

Οι εικόνες της γειτονιάς που έχουν μείνει στην μνήμη, κλείνουν με τις Λευκαδίτισσες που έμεναν απέναντι από το Μαράτο και ήταν διάσημες για τον νετάρισμα των παραγαδιών. Με τις παραδοσιακές ενδυμασίες, ήταν ωραίες οι εικόνες που με βοήθεια μιας μαντήλας κουβάλαγαν στο κεφάλι μεγάλα φορτία, ακόμη και μεγάλα ψάρια.

Τέλος στην Τριών Ναυάρχων ήταν το κατάστημα ανταλλακτικών αυτοκινήτων του Κακουλίδη που έχει κλείσει πριν πολλά χρόνια αλλά ακόμη έχει μείνει η σκονισμένη βιτρίνα του με φανάρια αυτοκινήτων, σαν θλιβερό απομεινάρι μιας ζωηρής και ακμάζουσας γειτονιάς.

Views: 0

Comments are closed.

Pin It